ξεμπερδεύω

ξεμπερδεύω
ξεμπέρδεψα, ξεμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμένος
1. μτβ., αποσυμπλέκω κάτι μπερδεμένο.
2. εξομαλύνω κάτι, ξεκαθαρίζω: Χρειάζεται λογιστής για να μας ξεμπερδέψει τους λογαριασμούς.
3. δίνω τέρμα σε ενόχληση, σε φροντίδα: Δεν μπορώ να την ξεμπερδέψω την υπόθεση.
4. φονεύω, αφανίζω, σκοτώνω: Μπήκαν στο μαγαζί και τον ξεμπέρδεψαν.
5. αμτβ., απαλλάσσομαι από κάτι, τελειώνω κάτι: Ξεμπέρδευε να φύγουμε.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ξεμπερδεύω — ξεμπερδεύω, ξεμπέρδεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξεμπερδεύω — 1. λύνω ή ξεμπλέκω μπλεγμένα πράγματα («ξεμπέρδεψα την κλωστή») 2. διευθετώ εκκρεμότητες, διαφορές, λογαριασμούς 3. απαλλάσσομαι από ενόχληση ή φροντίδα, τελειώνω κάτι, ξενοιάζω («ξεμπέρδεψα επιτέλους με αυτήν την υπόθεση») 4. διασαφηνίζω,… …   Dictionary of Greek

  • ξεμπερδένω — απαλλάσσομαι, ελευθερώνομαι, ξεμπερδεύω («κι αν ξεμπερδέσω ς μια μερά, σ άλλη μεταμπερδένω», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μεταπλασμ. τ. τού ξεμπερδεύω] …   Dictionary of Greek

  • (ε)ξοφλώ — (ε)ξόφλησα, (ε)ξοφλήθηκα, (ε)ξοφλημένος 1. μτβ., πληρώνω ποσό που χρωστώ, πληρώνω το χρέος μου. 2. πληρώνω ό,τι οφείλω σε κάποιον και ξεμπερδεύω μαζί του: Εξόφλησα τον μπακάλη. 3. μτφ., εκπληρώνω υποχρέωση που ανέλαβα ή υπόσχεση που έδωσα: Δεν… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εξανύω — ἐξανύω και αττ. τ. ἐξανύτω (Α) 1. φέρω σε πέρας, επιτελώ, ολοκληρώνω («θεῶν θέσμι ἐξήνυσε», Σοφ.) 2. αποτελειώνω, φονεύω, ξεμπερδεύω («ἧ θὴν σ ἐξανύω γε καὶ ὕστερον ἀντιβολήσας», Ομ. Ιλ.) 3. κυριεύω, κατακτώ 4. (για τοπ. ή χρον. διάστημα) διανύω… …   Dictionary of Greek

  • ξ(ε)- — (Μ ξ[ε] ) αχώριστο μόριο ρημάτων (προρρηματικό) που επεκτάθηκε και σε ουσιαστικά. Προήλθε από την πρόθεση ἐκ / ἐξ. Η μορφή ξ ερμηνεύεται από ρ. συνθ. με την πρόθεση έξ, με σίγηση τού αρκτικού ε (πρβλ. ξανοίγω < ἐξ ανοίγω, ξαρματώνω < ἐξ… …   Dictionary of Greek

  • ξεδιαλύνω — (Μ ξεδιαλύνω και ἐξεδιαλύνω και ξεδιαλύω) καθιστώ κάτι ευνόητο, αποσαφηνίζω, εξηγώ, ερμηνεύω («μα δεν κατέχω, ίντα λογής να ξεδιαλύνω τούτο», Ερωτόκρ.) νεοελλ. 1. ξεκαθαρίζω, διαλέγω («ξεδιαλύνω το σιτάρι από την ήρα») 2. (για όνειρο) γίνομαι… …   Dictionary of Greek

  • ξεμπέρδεμα — και ξεμπέρδευμα, το [ξεμπερδεύω] 1. λύσιμο ή αποχωρισμός μπλεγμένων πραγμάτων 2. απαλλαγή από δύσκολες ή περίπλοκες καταστάσεις («μην ανακατευθείς σε αυτή την υπόθεση γιατί θα έχεις κακά ξεμπερδέματα») 3. εκκαθάριση ή ρύθμιση διαφορών,… …   Dictionary of Greek

  • ξεμπερδεμός — ο [ξεμπερδεύω] ξεμπέρδεμα …   Dictionary of Greek

  • ξεμπλέκω — 1. απαλλάσσω κάτι από μπλέξιμο ή μπέρδεμα, λύνω κάτι μπλεγμένο (α. «μού πήρε ώρα να ξεμπλέξω τα καλώδια» β. «έχει τόσο μακριά μαλλιά που δεν μπορεί να τά ξεμπλέξει») 2. απαλλάσσομαι από μπλέξιμο ή από δυσάρεστη υπόθεση, ξεμπερδεύω 3. εξομαλύνω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”